ΕΓΩ.......

Η φωτογραφία μου
Καπου εκει στον κόσμο.., ΣΤΡΑΤΟΣΦΑΙΡΑ, Greece
και όπως όλοι ετσι και γω....είμαι στον κόσμο μου! Στη δική μου σφαίρα, ατμόσφαιρα και στρατόσφαιρα! Κοινώς "εχω μπεί σε τροχιά"..οχι γιατι ήθελα απαραίτητα..αλλά ίσως γιατι με βάλανε!ετσι λοιπόν καθισμένη αναπαυτικά πάνω στη μαγική μου ιπτάμενη σκουπα (γιατι εγω ναι...με "σκουπα" επελεξα να σεργιανίσω τον κόσμο) και μελετώντας ξόρκια και συνταγές με μαντζούνια για να κάνω τον "κόσμο" μου καλύτερο, σας καλωσορίζω!!!! Σημείωση μου: Για να "πουλήσεις" πνεύμα,πρέπει να το χείς!......Lilith

Τρίτη, 12 Μαΐου 2015

Δον Καμίλλο ακόμα μια βόλτα........

 
 
Δεν μου αρέσουν οι αποχαιρετισμοί και τα αντίο. Προτιμώ το "τα λέμε" δίνει συνέχεια και δεν υπογράφει "τέλος".
 
Έτσι και σε κάθε θεατρικό ταξίδι που συμμετέχω, που γίνεται το κάθε ένα για τους δικούς του λόγους μοναδικά μαγικό, πάντα θέλω ακόμα μια βόλτα.
 
Γέλιο εντός και εκτός σκηνής, χοροί και ταραντέλες ένα βήμα πίσω από την αυλαία με το κοινό απλά να περιμένει να ξεκινήσει η παράσταση, το μαγικό κρασί και η θαυματουργή ρακή του δικού μας Ιησού, αγωνίες, ερασιτεχνικά βαψίματα σε στυλ πίτσας (όχι βεβαια από την αγαπημένη μας Διονυσία), φράσεις και μιμητισμοί μιας προσπάθειας να βγουν άθικτα κουβέντες της Ελληνικής καθαρεύουσας από Ιταλικά χείλη ήταν ελάχιστα από τα συστατικά που έκαναν την προσπάθεια αυτή του Θεατρικού Ομίλου να είναι επιτυχημένη σε όλα της τα επίπεδα. Γιατι όταν περνάς καλά γενικά δε χρειάζεσαι κανέναν κόπο για να φανεί ετσι και on stage.
 
Ευχαριστώ θερμά όσους με έκαναν να αναπολώ γλυκά τούτο το ταξίδι. ΟΛΑ τα παιδιά που δώσαν το 150% του εαυτού, του χρόνου τους, της προσπάθειας τους, των δυνάμεων τους στις πρόβες, στις παραστάσεις, στις ετοιμασίες.
 
Δήμητρα......εκεί στης Πάργας τον ανήφορο, να σου λείψουμε και να ξανάρθεις.
 
Στελούκο...η ευγένεια της ψυχής σου, η δοτικότητα  σου, η ηρεμία σου είναι στοιχεία που σπάνια συναντάς σήμερα. ΣΕ  ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ ΓΙΑ ΟΛΑ και σε περιμένουμε ΞΑΝΑ.
 
Δον Καμιλλάκια όποτε το γουστάρετε ξανά...πάμε ακόμα μια βόλτα....!!!!

ViCky
 

Τετάρτη, 15 Απριλίου 2015

"Η Κοκκινοψυχίτσα" του Ιωακείμ Παπαχρόνη





Η ΚΟΚΚΙΝΟΨΥΧΙΤΣΑ

Ήταν ένα κοριτσάκι
ολάκερο μια κατακόκκινη καρδιά. 
Όλα τα όνειρα το φωνάζανε Κοκκινοψυχίτσα 
γιατί την ψυχή της κατάσαρκα στο Πάθος φορούσε

Μια μέρα, κίνησε να ανταμώσει τη γιαγιά της, 
να τη στολίσει με τα λουλούδια της άνοιξης 
που άνθιζε ολούθε νικηφόρος. 
Διαβαίνοντας δάσος σιωπηλό, 
απαντά ένα λύκο λιμασμένο, χωλό. 
«Τι έχεις κυρ Λύκε;» 
«Τις νύχτες, το δάσος θρηνεί στις άδειες φωλιές, 
ξεσηκώνει ένα άνεμο άδειο απ’ οσμές ζωντανές, 
φέρνει στην πείνα μου μονάχα 
των χαμένων προγόνων μου την αποσύνθεση» 
« Λύκε, μη θλίβεσαι, για σένα, εγώ 
θα φέρω στο δάσος τη βροχή την αιμάτινη, 
να ξεδιψάσουν της σάρκας σου οι προσευχές,
να σαρκωθούν του γένους σου οι προσμονές »

Κι ο λύκος, που ξέρει ότι η Γιαγιά συντηρείται με το αίμα από σφαγές, 
κινεί να προλάβει, 
να αντιπαλέψει, 
να περισώσει της επερχόμενης βροχής το ύστατο θαύμα.

Μα η γιαγιά τον σπαράζει,
τον θάβει βαθιά στο σκοτωμένο αίμα. 
…….

«Γιαγιάκα, σου φέρνω γάλα και μέλι αισθήσεων
και λουλούδια κομμένα απ' των χεριών μου του μίσχους. 
Αχ, πόσο λευκό είναι το πρόσωπο σου…..»
«Να ‘ξερες πόση απώλεια στοιχίζει τούτη η άδεια λευκότητα» 
«Μα, γιατί γιαγιά έχεις τόσο κίτρινα χέρια;»
«Κρύβω τόσα και τόσα γράμματα ανεπίδοτα, μικρή μου»
«Γιατί, γιαγιά, τόσο μικρά αυτιά;» 
«Για να μην ακούω του λύκους που ουρλιάζουν απ’ την πείνα, ψυχή μου»
«Πώς τόση οδύνη στα μάτια, γιαγιά;» 
«Θα φέρεις την βροχή την αιμάτινη και με σφάζουν στα οστά μου των αγέννητων οι μνήμες» 
«Γιατί γιαγιά έχεις τόσο μεγάλο στόμα;» 
«Για να τρώω το πάθος που με ταράζει, καλύτερα!!» 
Η Γιαγιά χιμάει και την τρώει.

Θα ζήσει αυτή καλά. Αδιατάραχτα. 
Κι η Κοκκινοψυχίτσα θα λιώνει μαζί με το λύκο 
στην κοιλιά της Γιαγιάς.

Ιωακείμ Παπαχρόνης

(απο τα ωραιότερα κείμενα που διάβασα τελευταία)

Παρασκευή, 2 Ιανουαρίου 2015

"Νέος χρόνος.....και αυτός τι;" by Lilith

"Νέος χρόνος.....και αυτός τι;" by Lilith




"Καλή χρονιά", "χρόνια πολλά με ότι καλύτερο", "Νέα χρονιά, νέο ξεκίνημα"....και αυτός τι;

 Άλλαξε το χρόνο με ανθρώπους οικείους που τους είχε βαφτίσει "δικούς" του. Έπαιξε χαρτιά, έφαγε, ήπιε πολύ, μίλησε, άκουσε, τραγούδησε στις δώδεκα και ένα "γέρε χρόνε φύγε τώρα, ήρθε ο νέος με τα δώρα", γέλασε, πήγε για ύπνο το πρωι. Παει καιρός που είχε πάψει να πιστεύει και να οριοθετεί κάθε τι νέο που ήθελε να ξεκινήσει. Ένας άλλος άνθρωπος τα τελευταία χρόνια. Έκανε δραματική αλλαγή στα μαλλιά του πρίν τελειώσει ο χρόνος, ξεκινούσε δίαιτες οχι απο δευτέρα αλλά μεσοβδόμαδα, η συνδρομή του στο γυμναστήριο ήταν κάθε 23 του μήνα. 'Αλλαζε ότι έτριζε πρίν σκουριάσει. Τα έπιπλα, το αμάξι του, τις μουσικές του, το κινητό του, το computer του, όλα. Δεν περίμενε τη φθορά, την προλάβαινε.

Μόνο με τους ανθρώπους δεν το κατάφερε ποτέ. Ποτέ! Έκανε λάθη, ζητούσε συγνώμη, έκλεινε το τηλέφωνο ενοχλημένος η έφευγε απο ενα ραντεβού με ενα "αντε γαμήσου" διπλωμένο στο μαντήλι του, στην αριστερή εσωτερική τσέπη του μπουφάν, που ποτε δεν ξεδίπλωνε, η ποτε δεν άφηνε να ξετυλιχτεί εστω κατα λάθος. Απλά έφευγε. Έμπαινε στο αμάξι, εσφιγγε τα χέρια στο τιμόνι. Έβριζε εκείνον , έβριζε τους άλλους. Έχανε ανθρώπους, έχανε στιγμές, έχανε αγαπημένους, έχανε σχέσεις, έχανε και εκείνον. Δεν ήξερε οτι έχανε, δεν καταλάβαινε. Ηταν δεδομένοι οι άνθρωποι, ήταν γυαλιστερές οι σχέσεις, ήταν άτρωτες οι αγάπες που ειχαν οι άλλοι για εκείνον και εκείνος για αυτούς.

"Ρε μαλάκα, χάθηκες."...
"μην χάνεσαι. Μου λείπεις. Σ'αγαπω"..
"παιδί μου, καιρό εχω να σε δω. Έλα καμια βόλτα! και κεινο το τηλέφωνο..ακριβό το χεις". Παράπονα απο κάθε στόμα, δεδομένα, αγαπημένο για κεινον. Ετσι ήταν ομως αυτός και ετσι έπρεπε να τον δεχτούν. Αισθανόταν κατα κάποιο τρόπο υποχρεωμένους τους πάντες να τον καταλάβουν, να τον αποδεχτούν. Εκείνος όμως δεν είδε ποτέ την ανάγκη πίσω απο τα παράπονα. Την προσπάθεια, το άπλωμα του χεριού, το χτίσιμο μιας γέφυρας. Δεν άκουγε ποτέ τις ψυχές να φωνάζουν για την παρουσία του, να τον ζητούν. Να σφίγγουν σε κάθε γύρισμα της πλάτης του και σε κάθε ταχύ βηματισμό απομάκρυνσης του.

Κι άρχισε να βρέχει αδιαφορία. Οι προσπάθειες στέρφες, τα χέρια άκαμπτα με τις παλάμες στεγνές, ξερές στραμμένες στο χώμα, οι γέφυρες μοιάζανε βομβαρδισμένα στοιβαγμένα κορμιά, κορμιά μισά. Και οι ψυχές μύριζαν σκουριά. Μα πιο πολύ η δική του, και όσο περνούσε ο καιρός η σκουριά γέμιζε τις φλέβες, τα πνευμόνια, τα μάτια του, το στόμα. Αυτός χαμογελούσε, έπινε, διασκέδαζε, έκανε έρωτα έτσι..μισοσκουριασμένος. Μόνο μια καρδιά του χε μεινει. Μια καρδιά που γινόταν άλικη κάθε που άκουγε φωνές αγαπημένες. Που γρονθοκοπούσε το στέρνο του σαν σκεφτόταν ένα χάδι, ενα φιλί, μια αγκαλιά. Αυτή του είχε απομείνει. Στερνή παρηγοριά του και θύμηση πως κάποτε έζησε.

Νέος χρόνος και αυτός τι;


Lilith